Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

4 – 3, όλα παίζονται

Στα τέλη Ιουνίου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε την απόφαση του επί της υπόθεσης Schalk και Kopf εναντίον Αυστρίας, που αφορούσε στην ισχυριζόμενη δυσμενή διάκριση σε βάρος ενός ομόφυλου ζευγαριού εκ του γεγονότος ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να παντρευτούν ή να επιτύχουν με άλλο τρόπο τη νομική αναγνώριση της σχέσης τους.


Το Δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα ότι η Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν επιβάλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να αναγνωρίσουν το δικαίωμα γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια. Στο δεύτερο μισό της απόφασης, το δικαστήριο, με ψήφους 4-3, απέρριψε το επιχείρημα ότι υπήρξε δυσμενής διάκριση σε σχέση με την προσωπική και οικογενειακή ζωή των αιτητών ως συνέπεια της έλλειψης αντίστοιχου προς το γάμο νομοθετικού πλαισίου που θα ρύθμιζε το καθεστώς της συμβιωτικής τους σχέσης.



Η υπόθεση έχει αυταπόδεικτο ενδιαφέρον σε σχέση με τη δημόσια συζήτηση στην Κύπρο για το ίδιο θέμα. Χαράς ευαγγέλια για όσους αντιστέκονται στο δικαίωμα αυτό; Αν και η απόφαση είναι αρνητική, το κείμενο της επιδέχεται πολλαπλών θετικών αναγνώσεων. Ας μην βιάζονται, λοιπόν, να αναζητήσουν δικαίωση εκεί.



Το ΕΔΑΔ αφού επιθεώρησε τις εξελίξεις στη νομοθεσία διαφόρων κρατών και τη νομοθετική δραστηριότητα της ΕΕ, κάνει και το ίδιο ένα μεγάλο βήμα: αναγνωρίζει για πρώτη φορά ότι ένα ομόφυλο ζευγάρι εμπίπτει στην έννοια της «οικογενειακής ζωής», όπως και κάθε άλλο ετερόφυλο ζευγάρι. Αναγνωρίζεται, επίσης, ότι τα δύο είδη ζευγαριών είναι σε μια σχετικά παρόμοια κατάσταση σε ότι αφορά την ανάγκη τους για νομική αναγνώριση και προστασία των σχέσεων τους. Τέλος, αναγνωρίζεται ότι το ζήτημα της αναγνώρισης του δικαιώματος αυτού βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο τα κράτη απολαμβάνουν ακόμα ενα περιθώριο εκτίμησης ως προς το χρόνο εισαγωγής νομικών ρυθμισεων.


Τα νέα είναι καλά. Όπως ακριβώς η ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας αποδομήθηκε βήμα – βήμα, έτσι και το ζήτημα της αναγνώρισης του δικαιώματος γάμου ή ενός παρεμφερούς δικαιώματος ακολουθεί τα ίδια χνάρια. Οι δικαστές που διαμόρφωσαν την μειοψηφία του 4 - 3 υπογραμμίζουν ορθά ότι εφόσον τα ομόφυλα ζευγάρια εμπίπτουν στην έννοια της οικογενειακής ζωής, τότε τα κράτη οφείλουν να δώσουν ενα εναλλακτικό και ικανοποιητικό πλαίσιο για την προστασία αυτού του δικαιώματος. Με άλλα λόγια, η θεσμοθέτηση του «συμφώνου συμβίωσης» με δικαιώματα και πλεονεκτήματα που ήδη παρέχονται στο γάμο, θα έπρεπε να είναι υποχρέωση για τα κράτη μέλη.


Το ΕΔΑΔ λέει στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και σε όσους πιστεύουν στα δικαιώματα αυτά: δουλέψτε στο εθνικό επίπεδο για εισαγωγή νομοθετικών μεταρρυθμίσεων. Μια σημαντική αύξηση των χωρών που αναγνωρίζουν το δικαίωμα γάμου και του συμφώνου συμβίωσης θα επιτρέψει στο ΕΔΑΔ να θέσει τον πήχυ στο ύψος του δικαιώματος. Τα πράγματα αλλάζουν και όπως φανερώνει η οριακή πλειοψηφία στην απόφαση, το σύμφωνο συμβίωσης είναι ο πρώτος και πλέον εφικτός στόχος. Στάδιον δόξης λαμπρόν, λοιπόν, για την Accept και για όσους πιστεύουμε σε μια κοινωνία ελευθερίας. Ο χρόνος είναι με το μέρος μας.


Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Νέες αποφάσεις του ΕΔΑΔ για ε/κ περιουσίες

Το ΕΔΑΔ εξέδωσε στις 22 Ιουνίου μια σειρά αποφάσεων σε σχέση με τη δίκαιη αποζημίωση ε/κ αιτητών. Οι αποφάσεις είναι οι ακόλουθες:


Το ρεπορτάζ του Βαγγέλη Βασιλείου από τον ΠΟΛΙΤΗ είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό:


"Αποζημιώθηκαν με τα ψίχουλα της επιτροπής εννέα Ε/Κ πρόσφυγες"
Νέο «στραπάτσο» από ΕΔΑΔ

Με υιοθέτηση, εκ μέρους του ΕΔΑΔ, σε ένα μεγάλο βαθμό των δεικτών αποζημίωσης που χρησιμοποιεί η επιτροπή αποζημιώσεων συνοδεύτηκαν οι εννέα χθεσινές αποφάσεις. Υπερβολικές και υποθετικές χαρακτηρίστηκαν οι διεκδικήσεις των Ε/Κ αιτητών

Αποζημιώσεις που όχι μόνο δεν προσφέρονται για πανηγυρισμούς αλλά αντιθέτως προδικάζουν περαιτέρω υποβάθμιση των ε/κ διεκδικήσεων επί των κατεχόμενων περιουσιών επιδίκασε χθες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε εννέα συνολικά ε/κ προσφυγές.
 
Η «αριθμητική λογική» που ακολούθησε το Δικαστήριο για τον καθορισμό των αποζημιώσεων όσον αφορά την απώλεια χρήσης και την ηθική βλάβη δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό την αντίστοιχη λογική υπολογισμού της επιτροπής αποζημιώσεων πετώντας, στην ουσία, στον κάλαθο των αχρήστων -ως υπερβολικές- τις εκτιμήσεις των Ε/Κ αιτητών που βασίστηκαν ως επί τo πλείστo σε εκθέσεις του Κτηματολογίου.
 
Για να γίνει αντιληπτό το χθεσινό νέο «στραπάτσο», να σημειώσουμε ότι το σύνολο των διεκδικήσεων για την απώλεια χρήσης και την ηθική βλάβη εκ μέρους των Ε/Κ αιτητών (στις εννέα προσφυγές) ξεπερνούσε τα οκτώ εκατομμύρια ευρώ. Στην αντίπερα όχθη, η Τουρκία είχε προτείνει (επικαλούμενη προσφορές της επιτροπής αποζημιώσεων) το ποσό των 916.000 ευρώ με το ΕΔΑΔ να διορθώνει -ελαφρώς προς τα πάνω- τους τουρκικούς δείκτες υπολογισμών επιδικάζοντας συνολικά το ποσό του 1.228.500 ευρώ.
 
Πέραν των αρνητικών συνεπειών στις ατομικές νομικές διεκδικήσεις, η εξέλιξη αυτή ισοδυναμεί με ένα επιπρόσθετο βαρίδι στην ε/κ επιχειρηματολογία όσον αφορά την πτυχή του περιουσιακού καθώς οι τιμές των κατεχόμενων περιουσιών (αγοραστικές αξίες κτλ) «γκρεμίζονται» σε εμφανώς χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που επικαλείται η ε/κ πλευρά στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων.

«Πάει» η ΑρέστηΟι αποζημιώσεις που είχαν επιδικαστεί στην προσφυγή Αρέστη (και μετά στη Δημάδη) έθεταν τον πήχη για το κόστος της κατοχής σε ικανοποιητικά επίπεδα μεταφέροντας τότε την πίεση προς την πλευρά της Τουρκίας. Ωστόσο, το Τέταρτο Τμήμα του ΕΔΑΔ έριξε τώρα περισσότερο βάρος στην απόφαση της Ολομέλειας στην προσφυγή Δημόπουλος «ακυρώνοντας» τις αποφάσεις στην Αρέστη και Δημάδη.
 
Την ίδια ώρα, το Δικαστήριο «έχρισε» για δεύτερη φορά την επιτροπή αποζημιώσεων ως τον καταλληλότερο μηχανισμό για τον υπολογισμό αποζημιώσεων για την απώλεια χρήσης αλλά έμμεσα και για την αξία των ακινήτων μεταφέροντας την πίεση προς την πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η διαφοροποίηση που επήλθε στους δείκτες αποζημιώσεων είναι εμφανής από τους εξής συσχετισμούς:
 
*το ΕΔΑΔ είχε επιδικάσει στον Ιωάννη Δημάδη ποσό της τάξης των 830.000 ευρώ (785.000 για απώλεια χρήσης και 45.000 για ηθική βλάβη) για ένα σπίτι στην Κερύνεια. Χθες στην προσφυγή Ιωάννου το ΕΔΑΔ επιδίκασε μόλις 250.000 ευρώ (συμψηφισμός απώλειας χρήσης και ηθικής βλάβης) για ένα σπίτι 200 τ.μ. στην Κερύνεια και οκτώ τεμάχια γης (χωράφια) στον 'Αγιο Αμβρόσιο, την Κλεπίνη και τον 'Αγιο Επίκτητο.
 
*Σε δυο υποθέσεις, το ποσό της αποζημίωσης (απώλεια χρήσης και ηθικής βλάβης) που επιδικάστηκε είναι υποδεέστερο του ποσού που δόθηκε σε Αρέστη και Δημάδη μόνο για την ηθική βλάβη.
 
Να σημειωθεί ότι το θέμα της αποκατάστασης περιουσιών δεν αγγίχτηκε -ως αναμενόταν- από το ΕΔΑΔ με την Τουρκία, ωστόσο, να έχει προτείνει (χαμηλά και πάλι) χρηματικά ποσά και για την αξία (εν είδει «απαλλοτρίωσης») των επίμαχων ακινήτων. Με λίγα λόγια, οι Ε/Κ αιτητές παραπέμπονται εμμέσως πλην σαφώς για το θέμα της αποκατάστασης στην επιτροπή αποζημιώσεων και τα χαμηλά χρηματικά ποσά που προσφέρει για την «απαλλοτρίωσή» τους.
Επίσης, να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο των εννέα προσφυγών, η Τουρκία (επικαλέστηκε την επιτροπή αποζημιώσεων) υπέδειξε πως κάποια εκ των ακινήτων -ως επί το πλείστο χωράφια- μπορούν να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, κάτι που η επιτροπή αποφεύγει να πράξει. Η Τουρκία πρότεινε και τη θεραπεία της ανταλλαγής περιουσιών.

Μιλούν οι αριθμοίΗ γεύση που άφησαν οι χθεσινές αποφάσεις του ΕΔΑΔ στους Ε/Κ αιτητές είναι άκρως πικρή. Η συγκριτική παράθεση που ακολουθεί μεταξύ των ε/κ διεκδικήσεων, των τουρκικών προσφορών και των επιδικασθέντων αποζημιώσεων είναι απογοητευτική:
*Κυριάκου κατά Τουρκίας: οι κληρονόμοι του αιτητή ζητούσαν για ένα σπίτι και ένα χωράφι με ελαιόδεντρα στην Τρυπημένη απώλεια χρήσης ύψους 91.580 ευρώ και ηθική βλάβη ύψους 136.000 ευρώ (βασισμένοι στην απόφαση Λοϊζίδου). Η Τουρκία πρότεινε αντιστοίχως 10.062 (και 10.717 ευρώ για την αξία τους). Το Δικαστήριο καθόρισε τις αποζημιώσεις (απώλεια χρήσης και ηθική βλάβη) στις 25.000 ευρώ.
*Νικολαΐδης κατά Τουρκίας: ο αιτητής ζήτησε για την απώλεια χρήσης ενός χωραφιού στην Τρυπημένη 15.400 ευρώ συν 52.966 για ηθική βλάβη. Η Τουρκία πρότεινε μόλις 1.570 ευρώ και το ΕΔΑΔ επιδίκασε 10.000 ευρώ.
*Σοφία Ανδρέου κατά Τουρκίας: η αιτήτρια ζήτησε (για οικία με κήπο και εφτά χωράφια στον 'Αγιο Αμβρόσιο) 1.311.889 ευρώ. Η Τουρκία πρότεινε το ποσό των 78.397 ευρώ και το Δικαστήριο επιδίκασε μόλις 80.000 ευρώ.
*Οικονόμου κατά Τουρκίας: Ο αιτητής ζήτησε 433.000 ευρώ για την απώλεια χρήσης και 138.396 ευρώ για ηθική βλάβη (πέντε χωράφια στον 'Αγιο Αμβρόσιο). Η Τουρκία πρότεινε μόλις 42.000 ευρώ με το Δικαστήριο να επιδικάζει 90.000 ευρώ.
*Γαβριήλ κατά Τουρκίας: Για χωράφια σε Καπούτι και Λιβερά ο αιτητής ζήτησε 150.000 ευρώ, η Τουρκία πρότεινε 196.000 ευρώ (αλλά αμφισβήτησε την κυριότητα τεμαχίων) και το δικαστήριο επιδίκασε 135.00 ευρώ.
*Ευαγόρου Χρήστου κατά Τουρκίας: Ο αιτητής ζήτησε για οκτώ οικόπεδα και δυο σπίτια στην Καλογραία ποσό της τάξης του 1.405.789 ευρώ. Η Τουρκία πρότεινε μόλις 168.087 ευρώ (και 408.000 για την αγορά των ακινήτων) και το δικαστήριο επιδίκασε 170.000 ευρώ.
*Ιωάννου κατά Τουρκίας: Για ένα σπίτι στην Κερύνεια και οκτώ τεμάχια στην ευρύτερη περιοχή ο αιτητής ζήτησε 1.756.000 ευρώ. Η Τουρκία πρότεινε 66.833 ευρώ και το δικαστήριο επιδίκασε 250.000 ευρώ.
*Μιχαήλ κατά Τουρκίας: Για ένα χωράφι στον 'Αγιο Επίκτητο με χαρουπόδεντρα και ελιές ο αιτητής ζήτησε 130.000 ευρώ. Η Τουρκία πρότεινε 67.736 ευρώ και το Δικαστήριο συμφώνησε πλήρως (68.000 ευρώ η αποζημίωση).
*Ορφανίδης κατά Τουρκίας: Για πάνω από δέκα τεμάχια γης με δεξαμενές ο αιτητής ζήτησε 5.235.000 ευρώ. Η Τουρκία πρότεινε 286.103 ευρώ και το Δικαστήριο επιδίκασε 400.000 ευρώ.

Αρνητικό λεκτικόΗ μάχη που δόθηκε ως προς τον καθορισμό των αποζημιώσεων δεν διεξήχθη πάντως επί ίσοις όροις. Την ώρα που οι αιτητές παρουσίαζαν εκθέσεις του Κτηματολογίου (για πώληση ακινήτων ανά περιοχή για εκείνη την εποχή) και εκθέσεις ιδιωτών Ε/Κ εκτιμητών, η Τουρκία είχε στα χέρια της τα αρχεία των Κτηματολογίων Κερύνειας και Αμμοχώστου παρουσιάζοντας μόνο όσες τιμολογιακές πληροφορίες την συνέφεραν. Και αυτό το στοιχείο δεν πέρασε απαρατήρητο από το ΕΔΑΔ, το οποίο στις πλείστες των προσφυγών υπογράμμισε ότι, ενώ οι Ε/Κ παρουσίασαν «υποθετικά» και «υπερβολικά» στοιχεία, η Τουρκία βασίσθηκε στα εμπεριστατωμένα αρχεία που έχει στα χέρια της η επιτροπή αποζημιώσεων.
Οι χθεσινές αποφάσεις προφανώς και θα αποτελέσουν «πυξίδα» για τον υπολογισμό των υπολοίπων (23 στον αριθμό μαζί με την προσφυγή Λόρδου) προσφυγών που εκκρεμούν ως προς τις αποζημιώσεις στο ΕΔΑΔ.
Να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις του Τέταρτου Τμήματος μπορούν να εφεσιβληθούν και να ζητηθεί παραπομπή τους στην Ολομέλεια, η οποία, ωστόσο, έχει καταλήξει στη γνωστή και αρνητική απόφαση στην Δημόπουλος.

Έγιναν και λάθηΣε κάποιες περιπτώσεις έγιναν πάντως και τραγικά λάθη εκ μέρους των αιτητών. Οι αποζημιώσεις που είχαν ζητηθεί σε αρχικό στάδιο αναθεωρήθηκαν πτωτικά στη συνέχεια ενώ υπήρχαν και αντικρουόμενες τιμές, κάτι που αποδυνάμωσε την αξιοπιστία των ε/κ διεκδικήσεων.
Το ΕΔΑΔ, ακολουθώντας την πρακτική της επιτροπής αποζημιώσεων, επιδίκασε αποζημιώσεις χωρίς να διαχωρίσει το ποσό σε αποζημίωση για απώλεια χρήσης και ηθική βλάβη.
Τέλος, να σημειωθεί πως το ΕΔΑΔ επιδίκασε στις εννέα υποθέσεις συνολικά το ποσό των 64.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Η Τουρκία καλείται να καταβάλει όλες τις αποζημιώσεις εντός τριμήνου.

Τα... θετικάΌπως εξηγήσαμε παραπάνω, τα επιδικασθέντα ποσά αφορούν μόνο την απώλεια χρήσης και την ηθική βλάβη με τις ακίνητες περιουσίες να θεωρούνται, από το ΕΔΑΔ, ως ιδιοκτησίες των Ε/Κ αιτητών. Η Τουρκία, αν και πρότεινε ποσά για την αξία των ακινήτων, εντούτοις ενώπιον του ΕΔΑΔ υπέδειξε ότι αριθμός τεμαχίων μπορεί να επιστραφεί στους Ε/Κ ιδιοκτήτες τους.
Ανάμεσα στις εννέα προσφυγές υπήρχαν και αιτητές που δεν έζησαν μεγάλη περίοδο της ζωής τους στις κατεχόμενες σήμερα περιουσίες με το ΕΔΑΔ να επιβεβαιώνει (για αποζημιώσεις τουλάχιστον) τα κληρονομικά δικαιώματα παιδιών προσφύγων.


Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Διεθνής Σύμβαση για την Προστασία Όλων των Ατόμων Ενάντια στην Εξαναγκαστική Εξαφάνιση

Η σύμβαση στον τίτλο είναι η μετάφραση του τίτλου της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών με τίτλο:  International Convention for the Protection of all Persons from Enforced Disappearance. Η σύμβαση υπογράφηκε το 2007 και μέχρι σήμερα την έχουν υπογράψει 83 κράτη και την έχουν επικυρώσει 18. Υπολείπονται άλλες 2 επικυρώσεις για να τεθεί σε ισχύ. Ωστόσο, ο ρυθμός επικυρώσεων είναι χαμηλός σε σύγκριση με άλλες συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που σε συνδυασμό με τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από αρκετές χώρες κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσής της, θέτουν εν αμφιβόλω την καθολική αποδοχή της.

Ένα προκαταρκτικό σημείο σε σχέση με τη μετάφραση του τίτλου: σε αρκετές πηγές χρησιμοποιείται ήδη ο όρος "καταναγκαστικές εξαφανίσεις", αντί του "εξαναγκαστικές εξαφανίσεις". Την ίδια στιγμή, στα αγγλικά χρησιμοποιούνται οι όροι "forced" και "enforced" ως επιθετικοί προσδιορισμοί των εξαφανίσεων.

Σε σχέση με την ουσία, η σύμβαση έχει ιδιαίτερη σημασία αφού και η Κύπρος έχει μια πικρή ιστοριά εξαφανίσεων. Κατά τα έτη 63-64 και 74 σημειώνονται οι εξαφανίσεις ατόμων που αναφέρονται γενικά ως "αγνοούμενοι". Σημείωση δεύτερη, λοιπόν: missing persons ή αγνοούμενοι είναι τα πρόσωπα των οποιων η τύχη αγνοείται και η κατάσταση τους ρυθμίζεται από το ανθρωπιστικό δίκαιο (humanitarian law). Disappeared/desaparecidos ή εξαφανισμένα άτομα είναι τα πρόσωπα που  επίσης αγνοούνται, αλλά που η νομική τους κατάσταση ρυθμίζεται από το corpus των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Δυστυχώς, αν και η Κύπρος υπέγραψε το 2007 τη σύμβαση αυτή και παρόλο που η μετάφραση είναι ήδη έτοιμη από το Γραφείο της Επιτρόπου Νομοθεσίας, το υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο είναι αρμόδιο για την επικύρωση της, δυστυχώς δεν την έχει προωθήσει στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι λόγοι για αυτή την αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι άγνωστοι. Η επικύρωση της δεν θα επιφέρει κάποια αλλαγή στα νομικά ζητήματα που αφορούν την τύχη των κύπριων αγνοουμένων, αλλά θα ήταν μια κίνηση συμβολικής σημασίας, που θα μπορούσε να συνδυαστεί με μια δημόσια τελετή για να τιμηθεί η μνήμη των ατόμων αυτών από την πολιτεία.

Σε σχέση με το ζήτημα των κυπρίων αγνοουμένων, οι εξής δικαστικές αποφάσεις είναι σχετικές:
Βαρνάβα (Τρίτο τμήμα), Βαρνάβα (Πλήρης Ολομέλεια), Διακρατική προσφυγή Κύπρου εναντίον ΤουρκίαςBaybora εναντίον Κύπρου και Karabardak εναντίον Κύπρου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου έχει εκδόσει μια απόφαση στις υποθέσεις 589/06, 590/06, 591/06, 592/06 και 593/06. (ημερομηνία απόφασης 29 Μαϊου2008).

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Quis custodiet ipsos custodes? 'Αρθρο 17 του Συντάγματος

Άλλη μια είδηση από το "Φιλελεύθερο", αυτή τη φορά σε σχέση με την τροποποίηση του άρθρου 17 του Συντάγματος. Το άρθρο 17 μέχρι χθες προέβλεπε τα εξής:

"1. Έκαστος έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας του ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ' όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται δια μέσων μη απαγορευμένων υπό του Νόμου.

2. Δεν επιτρέπεται επέμβασις κατά την ενάσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή συμφώνως προς τον νόμον και μόνο εις περιπτώσεις προσώπων εν φυλακίσει ή προφυλακίσει τελούντων ή ως και επαγγελματικής αλληλογραφίας και επικοινωνίας του πτωχεύσαντος κατά τη διάρκεια της διοικήσεως της περιουσίας αυτού."

Με την τροποποίηση του άρθρου επιτρέπεται η παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων  στις περιπτώσεις προσώπων που τελούν σε φυλάκιση ή προφυλάκιση, ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και αποτελεί μέτρο, το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικημάτων:

(α) φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία,
(β) εμπορία ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων,
(γ) εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων,
(δ) αδικήματα που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία, 
(ε) αδικήματα που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας,
(στ) αδικήματα διαφθοράς,
(ζ) αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.


Ο σχετικός νόμος που θα εφαρμόζει τις νέες πρόνοιες θα πρέπει να αναμένεται με ενδιαφέρον, αλλά και με ιδιαίτερη ανησυχία. Οι τοποθετήσεις των βουλευτών χθες στη Βουλή δείχνουν ότι η τροποποίηση δεν έγινε με κάποια ιδιαίτερη πολιτική συναίνεση. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τις 49 θετικές ψήφους που έλαβε, αλλά με την παρουσίαση μιας ολοκληρωμένης νομικής ρύθμισης, με καθορισμένα όργανα, σαφείς αρμοδιότητες και κατά το δυνατόν περιορισμένες περιπτώσεις εξουσιοδότητησης παρακολουθήσεων.Με άλλα λόγια, η έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Αστυνομία και οι διάφορες ιδέες που κυκλοφορούν ως προς το ποιος θα επιβλέπει και θα έχει τον τελικό λόγο είναι αρκετα σημαντικές για να τις αγνοήσουμε. Η πρακτική εφαρμογή του νόμου είναι αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί, μαζί με την προχειρότητα των εμπλεκομένων.

Τα νέα από το Στρασβούργο δεν είναι ενθαρρυντικά: στην υπόθεση Lüdi το ΕΔΑΔ ουσιαστικά θεώρησε ότι όσοι εμπλέκονται σε εγκληματικές δραστηριότητες διατρέχουν τον κίνδυνο να υποστούν παραβιάσεις των προσωπικών τους ζωών και ότι αυτό τους απαγορεύει να επικαλούνται μια τέτοια παραβίαση αν τύχουν παρακολούθησης από τις αρμόδιες αρχές (ένα ιδιότυπο estoppel). Όσο προβληματική και να είναι αυτή η στάση του Δικαστηρίου, δεν παύει από το να είναι η τρέχουσα αντίληψη του δικαίου στο ζήτημα αυτό.

Σε ένα γενικότερο επίπεδο, έχω την αίσθηση ότι ο ασκός του Αιόλου άνοιξε με την τροποίηση αυτή στο ζήτημα του απορρήτου της πάσης φύσεως επικοινωνίας. Την ίδια ώρα αυτό που μας λείπει είναι μια εναλλακτική πρόταση που θα μπορεί να διατηρεί τις εγγυήσεις, όπως υπήρχαν μέχρι σήμερα, αλλά να μπορεί να δίνει και μια ουσιαστική απάντηση στην αντιμετώπιση σοβαρών εγκλημάτων. Την έχουμε; Πολύ αμφιβάλλω...

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Δικαίωμα ψήφου στους εκπροσώπους των θρησκευτικών ομάδων;

Ο "Φιλελεύθερος" δημοσιεύει σήμερα ένα ενδιαφέρον ρεπορτάζ για το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου των τριών εκπροσώπων των θρησκευτικών ομάδων στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ως γνωστόν, το status των ομάδων και ο ρόλος των εκπροσώπων τους καθορίζεται από το Σύνταγμα και τη σχετική νομοθεσία ως αποκλειστικά συμβουλευτικός, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Πιστεύω ότι η ρίζα του προβλήματος φτάνει στην ιστορική καταβολή του Συντάγματος μας και στο γεγονός ότι οι τρεις θρησκευτικές ομάδες κλήθηκαν να επιλέξουν άπαξ, σύντομα μετά την ανεξαρτησία, σε ποια κοινότητα θα εντάσσονταν (άρθρο 2 του Συντάγματος). Εκείνη τη δεκαετία το διεθνές δίκαιο σε θέματα μειονοτήτων ήταν ελάχιστα αναπτυγμένο και η ρύθμιση  αυτή ενδεχομένως να μην παρουσίαζε πρόβλημα. Επιπλέον, το ίδιο το ιστορικό/πολιτικό πλαίσιο της εποχής ενδεχομένως να έσπρωξε προς εκείνη την κατεύθυνση.

Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου και την πρόοδο του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά στο θέμα των μειονοτήτων, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η επιβολή στις τρεις κοινότητες να επιλέξουν τη συμπερίληψη τους ή μη σε μια από τις δύο κοινότητες επεμβαίνει στην ίδια τους την ταυτότητα. Και πέρα από αυτό, η εξάρτηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων από την ταυτότητα τους με τον τρόπο που ρυθμίζεται αυτή τη στιγμή είναι εξόχως προβληματική. 

Στο άρθρο του "Φ" παρατίθενται αποσπάσματα από την επιστολή του ΥΠΕΣ και το θέμα φαίνεται ότι επιδέχεται επίλυσης μόνο με τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία με τη σειρά της παρουσιάζει τις δικές της πολιτικές και νομικές ιδιαιτερότητες.

Το ζήτημα έχει μια πολύ σοβαρή διάσταση που συνδέεται με τη Σύμβαση Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων (υιοθετήθηκε στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης), όπου η Κύπρος δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στις υποχρέωσεις της. Η σύμβαση κυρώθηκε με το νόμο 28(III)/1995. Η τελευταία έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής (του σώματος που συστάθηκε με βάση τη Σύμβαση) αναφέρει:


"11. The Advisory Committee notes in this respect that the authorities’ response to a number ofrecommendations made in the context of the first monitoring cycle, as well as to requests formulated by the three minority groups,1 appear to depend on complex constitutional provisions or political and other developments, which are also related to the settlement of the question of Cyprus. It finds in particular that the obligation, for the persons belonging to the three minority groups, to affiliate themselves to one of the two communities - the Greek Cypriot Community or the Turkish Cypriot Community -, as well as the obligation to vote for their representative in parliament, are not consistent with the Framework Convention."


Τρεις παρατηρήσεις για το ζήτημα: 

1) η συνεχιζόμενη παράλειψη ρύθμισης περιθωριοποιεί τις μειονότητες που ζουν στο νησί και δημιουργεί πολίτες δύο ταχυτήτων. Το τι πρέπει να γίνει είναι προφανές, αλλά κανείς δεν θέλει να αγγίξει την "ιερή αγελάδα" που λέγεται "Σύνταγμα". 

2) οι αγκυλώσεις με τη (μη) τροποποίηση του Συντάγματος για αυτό το θέμα έχει και μια ευρύτερη συνέπεια, ή μάλλον καλύτερα προοικονομείται μια κατάσταση από το μέλλον, με άλυτο το Κυπριακό: το Σύνταγμα μας χρειάζεται εκσυγχρονισμό αλλά ο ιδιαίτερα αυστηρός χαρακτήρας του θα μας εγκλωβίσει στο τέλος. 

3) το περίφημο "δίκαιο της ανάγκης" έχει μετατραπεί σε "doctrine of convenience" για να εξυπηρετήσει πολιτικές επιλογές. Πόσο θα διαρκέσει αυτό;

Άλλη μια περίπτωση όπου πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πολιτικά;

Lautsi v. Italy - Θρησκευτική ελευθερία

Η υπόθεση Lautsi v. Italy αφορούσε την ανάρτηση του εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες. Το ΕΔΑΔ είχε καταλήξει στην απόφαση του ως εξής:

"57.  The Court considers that the compulsory display of a symbol of a particular faith in the exercise of public authority in relation to specific situations subject to governmental supervision, particularly in classrooms, restricts the right of parents to educate their children in conformity with their convictions and the right of schoolchildren to believe or not believe. It is of the opinion that the practice infringes those rights because the restrictions are incompatible with the State's duty to respect neutrality in the exercise of public authority, particularly in the field of education.

58.  Consequently, there has been a violation of Article 2 of Protocol No. 1 taken together with Article 9 of the Convention."

Τα δύο άρθρα αναφέρονται στο δικαίωμα της επιλογής εκ μέρους των γονέων της εκπαίδευσης των παιδιών τους ώστε να αρμόζει με τις φιλοσοφικές και θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, και στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, αντιστοίχως.
Από όσα αναφέρει το ECHRblog, 10 χώρες αναμένεται να παρέμβουν υπέρ της Ιταλίας στην υπόθεση, η οποία πρόκειται να επανεξεταστεί από την ολομέλεια του ΕΔΑΔ. Ανάμεσα τους, και η Κύπρος, γεγονός που προσωπικά μου προκαλεί απορία: για ποιο λόγο, με ποια επιχειρήματα και αποσκοπώντας που, πρόκειται να κάνει μια τέτοια παρέμβαση; Θα ανέμενε κανείς ότι ένα κράτος όπως το δικό μας, θα απέφευγε μια τέτοια κίνηση.
(Μήπως η σύσφιγξη των σχέσεων με την Αγία Έδρα την τελευταία περίοδο κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν;)

Έκθεση της Αρχής κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων αναφορικά με τη νομική κατοχύρωση των σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών

Αρ. Φακ.: AKΡ 142/2009, ΑΚΡ 16/2010


Έκθεση της Αρχής κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων αναφορικά με τη νομική κατοχύρωση των σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών


ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ




1. Ο κύριος Μ.Α., Κύπριος πολίτης, με επιστολή του ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2009, μου υπέβαλε καταγγελία αναφορικά με την ανυπαρξία νομοθετικής πρόνοιας που να προβλέπει την τέλεση πολιτικού γάμου ανάμεσα σε ομόφυλα άτομα.



2. Ο καταγγέλλων αποτάθηκε τόσο στο Δημαρχείο της πόλης του όσο και στο Υπουργείο Εσωτερικών και έλαβε την απάντηση ότι «στην Κύπρο ο ισχύων περί Γάμου Νόμος του 2003 διαλαμβάνει διατάξεις που αφορούν την ένωση σε γάμο μόνο μεταξύ ατόμων διαφορετικού φύλου. Επειδή με βάση την εθνική νομοθεσία, ο γάμος μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου δεν αναγνωρίζεται, ούτε γάμοι που ενδεχομένως έχουν τελεστεί σε χώρα όπου τυγχάνουν αναγνώρισης, έχουν στην Κύπρο νομική υπόσταση» .



3. Στις 29 Ιανουαρίου 2010, ο κύριος Η.Α. μου υπέβαλε επίσης καταγγελία αναφορικά με τη δυνατότητα του συντρόφου του, με τον οποίο διατηρεί διαρκή και σταθερή σχέση, να μείνει στην Κύπρο πέραν τoυ χρονικού ορίου που προβλέπει η άδεια παραμονής του. Ο καταγγέλλων έθεσε το ζήτημα της ανυπαρξίας νομοθετικής ρύθμισης για το σύμφωνο καταχωρημένης συμβίωσης στην Κύπρο.



4. To θέμα των διακρίσεων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού και ο σεβασμός του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή των ομόφυλων ζευγαριών έχει αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενων μου παρεμβάσεων, με πιο πρόσφατη αυτή που αφορούσε στην ίση μεταχείριση των ομόφυλων ζευγαριών σε σχέση καταχωρημένης συμβίωσης, στα πλαίσια εφαρμογής της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ για το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών . Σκοπός της εν λόγω έκθεσης ήταν η παρότρυνση της Πολιτείας να λάβει ουσιαστικά μέτρα για την ίση μεταχείριση των ομόφυλων ζευγαριών και τον πλήρη σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής χωρίς όμως η υποχρέωση αυτή να συνδέεται με την αναγνώριση του γάμου (ή άλλης έννομης σχέσης) μεταξύ ομοφυλοφίλων.



5. Μέσα από την πιο πάνω παρέμβαση καταδείχθηκε η κινητικότητα και η δυναμική που επικρατούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αντανακλούν το βαθμό επίδρασης του κοινοτικού κεκτημένου στην κυπριακή έννομη τάξη και κοινωνία. Στα συμπεράσματά υπογράμμισα ότι τα θέματα που αφορούν στην ελεύθερη διακίνηση των ευρωπαίων πολιτών παίρνουν τη μορφή μιας μη αναστρέψιμης δικαιικής νομοτέλειας, που δεν μπορεί να αγνοηθεί από την κυπριακή δημόσια διοίκηση, στη βάση των όποιων παγιωμένων πρακτικών ή προκαταλήψεων.



6. Η παρούσα έκθεση έχει σκοπό να αντιμετωπίσει το πρόβλημα πιο ουσιαστικά και πιο διεξοδικά. Οι νέες μορφές συμβίωσης, τόσο ανάμεσα σε ετερόφυλα όσο και σε ομόφυλα άτομα, συνιστούν μια πραγματικότητα η οποία επιτάσσει επαναπροσδιορισμό της παραδοσιακής έννοιας του γάμου αλλά κυρίως εισαγωγή νομοθετικών ρυθμίσεων που να κατοχυρώνουν νομικά τις νέες αυτές μορφές συμβίωσης. Με αφορμή τις συγκεκριμένες καταγγελίες, έκρινα σκόπιμο να προχωρήσω στην εκπόνηση της έκθεσης αυτής για να εξετάσω τόσο το ενδεχόμενο εφαρμογής στην κυπριακή έννομη τάξη του συμφώνου καταχωρημένης συμβίωσης όσο την τροποποίηση της υπάρχουσας νομοθεσίας με τρόπο που να επιτρέπει τον πολιτικό γάμο ανάμεσα σε άτομα του ιδίου φύλου.





ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ



Η κυπριακή έννομη τάξη





7. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωή και το δικαίωμα του γάμου και της ίδρυσης οικογένειας στα άρθρα 15 και 22 αντίστοιχα:



Άρθρο 15



« 1. Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.

2. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δηομσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον».



Άρθρο 22



«1. Πας συμπληρώσας την προς γάμον ηλικίαν είναι ελεύθερος να συνάψη γάμο και ιδρύση οικογένειαν συμφώνως τω εφαρμοστέω δι’ έκαστον πρόσωπον, δυνάμει των διατάξεων του Συντάγματος, δικαίω περί γάμου.»



8. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Γάμου Νόμου (Ν. 104 (Ι)/2003), ο γάμος ορίζεται ως η «συμφωνία για ένωση σε γάμο που συνάπτεται μεταξύ γυναίκας και άνδρα και τελείται από Λειτουργό Τέλεσης Γάμου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου ή από εγγεγραμμένο ιερέα σύμφωνα με του κανόνες της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή των δογμάτων των θρησκευτικών ομάδων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα».



Πρωτογενές και παράγωγο κοινοτικό δίκαιο



9. Σε επίπεδο πρωτογενούς και παράγωγου κοινοτικού δικαίου έχουν υιοθετηθεί διατάξεις που σαφώς ή συνδυαστικά απαγορεύουν τις διακρίσεις εις βάρος ομοφυλόφιλων προσώπων. Το Άρθρο 13 της Συνθήκης του Άμστερνταμ προβλέπει ότι, το Συμβούλιο μπορεί να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων, μεταξύ άλλων και λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Επιπλέον, το Άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος δεν έχει αποκτήσει μέχρι σήμερα δεσμευτική ισχύ, καταδικάζει ρητά κάθε διάκριση με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό ενός προσώπου. Όσον μάλιστα αφορά την κοινοτική προστασία που παρέχεται από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, σταθμό αποτελεί η Οδηγία 2000/78/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία που απαγορεύει την οποιαδήποτε διάκριση στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός προσώπου.



10. Το θέμα των διακρίσεων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ενός προσώπου, απασχόλησε έντονα τα τελευταία χρόνια τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τα οποία τείνουν να διευρύνουν την προστασία κατά των διακρίσεων και σε άλλους τομείς. Αποτέλεσμα των συζητήσεων με διάφορους εμπλεκόμενους φορείς και οργανισμούς ήταν να εγκριθεί από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Πρόταση Οδηγίας του Συμβουλίου με αριθμό COM(2008) 426 . Στόχος της πρότασης, είναι να εφαρμοστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των προσώπων ανεξαρτήτως θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού, εκτός της αγοράς εργασίας. Η πρόταση διαμορφώνει το πλαίσιο για την απαγόρευση των διακρίσεων με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά και καθιερώνει ένα ενιαίο ελάχιστο επίπεδο προστασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα άτομα που καθίστανται θύματα τέτοιων διακρίσεων. Το κυριότερο όμως, συμπληρώνει το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο της ΕΕ, με βάση το οποίο η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού εφαρμόζεται μόνο στους τομείς της απασχόλησης, της εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης.



11. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρόταση της Επιτροπής εγκρίθηκε πρόσφατα (με κάποιες τροποποιήσεις) από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με νομοθετικό του ψήφισμα ημερομηνίας 2 Απριλίου 2009 . Η νέα Οδηγία, εφόσον υιοθετηθεί, θα απαγορεύει τις διακρίσεις στους τομείς της κοινωνικής προστασίας, της εκπαίδευσης, καθώς και τις πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες διαθεσίμων στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης και της στέγασης, ενώ οι ευρωβουλευτές επιδιώκουν και την επέκταση στον τομέα των μεταφορών, των ενώσεων και της υγείας. Περαιτέρω, ανάμεσα στις λοιπές τροπολογίες, το Κοινοβούλιο προσέθεσε την εξής (Τροπολογία 9) :

(7α) «Οι διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού μπορούν να υπονομεύσουν την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης ΕΚ, ειδικότερα δε την επίτευξη υψηλού επιπέδου απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, την οικονομική και κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Μπορούν επίσης να υπονομεύσουν το στόχο ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης



12. Επιπρόσθετα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε πρόσφατο ψήφισμα του σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση την περίοδο 2004-2008, έθεσε επί τάπητος τα βασικότερα ζητήματα αναγνώρισης και εφαρμογής ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση . Αναφορικά με το θέμα του γενετήσιου προσανατολισμού, το Κοινοβούλιο καλεί τόσο την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και τα Κράτη Μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την κατάργηση των διακρίσεων στη βάση του προσανατολισμού αυτού (παρ. 72-78). Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο:



1. «καλεί τα κράτη μέλη που έχουν θεσπίσει νομοθεσία σχετικά με το σύμφωνο συμβίωσης ομοφύλων να αναγνωρίζουν τις διατάξεις με παρόμοιες συνέπειες που έχουν θεσπίσει άλλα κράτη μέλη• καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει κατευθυντήριες γραμμές για την αμοιβαία αναγνώριση της ισχύουσας νομοθεσίας μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ομόφυλα ζευγάρια ισχύει υπό προϋποθέσεις ίδιες με εκείνες που ισχύουν για τα ετερόφυλα ζευγάρια•



2. καλεί την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις που να διασφαλίζουν ότι τα κράτη μέλη θα εφαρμόζουν την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, είτε αυτά είναι παντρεμένα είτε διαβιούν υπό καθεστώς καταχωρημένης αστικής εταιρικής σχέσης, ιδίως όταν ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας τους βάσει του δικαίου της ΕΕ•



3. καλεί τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη να λάβουν, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, νομοθετικά μέτρα για την κατάργηση των διακρίσεων που υφίστανται ορισμένα ζευγάρια λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού τους•



4. ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη χορήγηση ασύλου από τα κράτη μέλη στα άτομα που διώκονται λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού τους στη χώρα καταγωγής τους, να αναλάβει πρωτοβουλίες σε διμερές και πολυμερές επίπεδο για την παύση της δίωξης ατόμων λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού τους, και να ξεκινήσει μια μελέτη για την κατάσταση των τρανσεξουαλικών ατόμων στα κράτη μέλη και στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, ιδίως σε ό,τι αφορά τους κινδύνους παρενόχλησης και βιαιοπραγίας».





Νομολογία του Ευρωπαϊκoύ Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων





13. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε μια δυναμική κινητικότητα όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων προσώπων. Με σειρά αποφάσεών του, το Δικαστήριο έχει καταδικάσει εθνικές πρακτικές και έχει θέσει ένα μίνιμουμ προστασίας των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων ατόμων και ομοφύλων ζευγαριών. Το 1981, στην υπόθεση Dudgeon v. UK , το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλικής σεξουαλικής πράξης μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Την ίδια θέση επανέλαβε στην υπόθεση Norris v. Ireland και Modinos v. Cyprus , η οποία οδήγησε, με αρκετή καθυστέρηση, στην αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας στην κυπριακή έννομη τάξη. Επιπρόσθετα, στη Smith and Grady v. UK , το ΕΔΑΔ δέχθηκε ότι η απόταξη αξιωματικών από τις Ένοπλες Δυνάμεις στη βάση και μόνο του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, παραβιάζει επίσης το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.





14. Παρά την κινητικότητα αυτή, είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο διατηρεί μια διστακτική προσέγγιση αναφορικά με το θέμα της αναγνώρισης γάμου μεταξύ ομόφυλων προσώπων. Σε σχέση μάλιστα με το Άρθρο 12 της ΕΣΔΑ που αφορά στο δικαίωμα σύναψης γάμου το ΕΔΑΔ έχει καθορίσει ότι «το δικαίωμα στο γάμο αναφέρεται σε γάμο μεταξύ δύο ατόμων του αντίθετου βιολογικού φύλου. Αυτό συνάγεται επίσης, από τη διατύπωση του άρθρου που καθιστά σαφές ότι το άρθρο 12 αποσκοπεί κυρίως στο να προστατεύσει το γάμο, ως βάση της οικογένειας».



15. Το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου και προνοεί ότι:



«Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων».



16. Το ζήτημα κατά πόσον η σχέση ομόφυλων ζευγαριών εμπίπτει στο πεδίο της «οικογενειακής ζωής» που προστατεύεται από το Άρθρο 8, απασχόλησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων ΔΙκαιωμάτων από το 1983 στην υπόθεση Χ and Y v. UK. Η υπόθεση αφορούσε την απέλαση συντρόφου Βρετανού υπηκόου. Η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό των αιτητών ότι, η άρνηση των Βρετανικών αρχών να επιτρέψουν στο σύντροφο του Βρετανού υπηκόου να παραμείνει μαζί του στη Βρετανία παραβίαζε το δικαίωμα της οικογενειακής τους ζωής και αποφάσισε ότι παρά τις εξελίξεις σε θέματα ομοφυλοφιλίας, η σχέση των αιτητών δεν ενέπιπτε στο πεδίο της «οικογενειακής ζωής» που προστατεύεται από το Άρθρο 8. Κρίθηκε όμως ότι, παρόλο που η σχέση ομόφυλων ζευγαριών δεν συνιστούσε οικογενειακή ζωή, τυχόν περιορισμοί σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις δυνατόν να εγείρουν ζητήματα επέμβασης στην ιδιωτική ζωή των ομόφυλων ζευγαριών.



17. Το Δικαστήριο κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση και στην υπόθεση Mata Esterez v. Spain , αποφαινόμενο ότι παρόλο που οι σχέσεις ομόφυλων ζευγαριών δεν συνιστούν οικογενειακή ζωή, τυχόν περιορισμοί σε ομόφυλες σχέσεις δυνατόν να εγείρουν ζητήματα επέμβασης στην ιδιωτική ζωή, η οποία προστατεύεται επίσης από το Άρθρο 8. Το ΕΔΑΔ τόνισε ότι τα κράτη-μέλη έχουν τη διακριτική ευχέρεια να ρυθμίσουν (ή να μη ρυθμίσουν) τις de facto συμβιώσεις ομοφύλων, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ένας κοινός αποδεκτός παρονομαστής. Επίσης, στην υπόθεση E. B. v. France , το ΕΔΑΔ έκανε δεκτό ότι η απόρριψη του αιτήματος ενός ατόμου να προβεί σε υιοθεσία, στη βάση του σεξουαλικού του προσανατολισμού συνιστά διάκριση στην απόλαυση του δικαιώματός του για σεβασμό της οικογενειακής ζωής αλλά και παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης που κατοχυρώνει την αρχή της μη διάκρισης.



18. Παρά την αρχική διστακτικότητα του Δικαστηρίου να αναγνωρίσει αντίστοιχα δικαιώματα στα ομόφυλα ζευγάρια, στη νομολογία των τελευταίων ετών διαφαίνεται μία διαφοροποίηση της τάσης αυτής. Κομβικής σημασίας θεωρείται η απόφαση Karner v. Austria όπου το ΕΔΑΔ δέχτηκε ότι η προστασία της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια, αιτιολογία την οποία επικαλέστηκε η Αυστριακή κυβέρνηση για να αποκλείσει το δικαίωμα του Karner να συνεχίσει να μένει στο διαμέρισμα του αποθανόντος ομόφυλου συντρόφου του, συνιστούσε διακριτική μεταχείριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού εφόσον προσέκρουε στην αρχή της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η άρνηση του κράτους να αναγνωρίσει δικαιώματα σε ομόφυλα ζευγάρια συνιστά διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, εκτός και αν αιτιολογείται επαρκώς και είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.



19. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι όταν η διαφορετικότητα της μεταχείρισης βασίζεται στο φύλο ή στο σεξουαλικό προσανατολισμό, η αρχή της αναλογικότητας δεν προϋποθέτει απλά το γεγονός ότι το μέτρο που επιλέγηκε για την προστασία της οικογένειας είναι κατ΄αρχήν κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Πρέπει ταυτόχρονα να καταδειχθεί ότι ήταν αναγκαίος ο αποκλεισμός των ατόμων σε ομόφυλη σχέση από το πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου μέτρου για να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός. Παρά το γεγονός δε, ότι το δικαστήριο επέμεινε στη θέση ότι μια διαρκής σχέση ομοφύλων δεν συνιστά οικογενειακή ζωή, αποστασιοποιήθηκε από τη θέση ότι η οικογένεια τίθεται σε κίνδυνο από την αναγνώριση κάποιων δικαιωμάτων σε ομόφυλα ζευγάρια. Έτσι, η προνομιακή θέση που επιφυλάσσεται στην ετερόφυλη οικογένεια, δεν σημαίνει απαγόρευση του νομοθέτη να αναγνωρίσει κάποιας μορφής νομική αναγνώριση των ομόφυλων ζευγαριών.



20. Συναφής με την Karner είναι και η πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Kozak v. Poland , η οποία επίσης αφορούσε το δικαίωμα του αιτητή να διαδεχθεί τον αποθανόντα σύντροφό του στη μίσθωση του διαμερίσματος στο οποίο συμβιούσαν για πολλά χρόνια και το οποίο ανήκε στο Δήμο. Το ΕΔΑΔ σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια εστίασαν στην ομοφυλοφιλική σχέση του κ. Kozak με τον αποθανόντα ενοικιαστή του διαμερίσματος, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο πληρούσε τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας για διαδοχή στη μίσθωση. Απέρριψαν μάλιστα το αίτημά του με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία, μόνο η σχέση μεταξύ άνδρα-γυναίκας μπορεί να συνιστά de facto συγκατοίκηση που να προσομοιάζει στο γάμο.



21. Το ΕΔΑΔ αποδέχθηκε ότι η προστασία της οικογένειας, που βασίζεται στην ένωση άνδρα γυναίκας (όπως ορίζεται στο Σύνταγμα της Πολωνίας) μπορεί καταρχήν να αποτελέσει νόμιμο λόγο που να μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση. Εντούτοις, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι στην προσπάθεια αναζήτησης της ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία της οικογένειας και των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε σεξουαλικές μειονότητες, τα κράτη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις εξελίξεις στην κοινωνία συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος που ένα άτομο μπορεί να διάγει την προσωπική του ζωή. Κατά συνέπεια, το ΕΔΑΔ δεν αποδέχτηκε ότι η συνολική εξαίρεση των ατόμων που ζουν σε ομοφυλοφιλική σχέση από το δικαίωμα στη διαδοχή στη μίσθωση είναι αναγκαία για την προστασία της οικογένειας και αποφάσισε ότι υπήρχε εν προκειμένω παραβίαση του άρθρου 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ.



22. Σχετικές, ιδίως ως προς την προστασία των ομοφυλόφιλων ατόμων από διακρίσεις, είναι και οι υποθέσεις L. and V. v. Austria και S.L. v. Austria . Στις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 209 του Αυστριακού Ποινικού Κώδικα που απαγόρευε τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ ενηλίκων και συναινούντων αρρένων ανηλίκων ηλικίας 14-18 ετών, εμπεριείχε μια αδικαιολόγητη προκατάληψη και διαφορετική μεταχείριση των ομοφυλοφίλων σε σχέση με τους ετεροφυλόφιλους, ισοδύναμη με παρόμοιες αρνητικές στάσεις λόγω φύλου, καταγωγής ή χρώματος. Παρόλο που σε προηγούμενες υποθέσεις που αφορούσαν στο συγκεκριμένο άρθρο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν έκρινε παραβίαση των άρθρων 8 ή 14, το ΕΔΑΔ σημείωσε ότι η ΕΣΔΑ είναι ένα «ζωντανό εργαλείο, το οποίο πρέπει να τυχαίνει ερμηνείας υπό το φως των τρεχουσών συνθηκών» .



23. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει και από τη νομολογία του ΕΔΑΔ, η έννοια του γάμου έχει αποσυνδεθεί από τον σκοπό της τεκνοποιίας, ενώ η οικογένεια προστατεύεται ανεξάρτητα από το δικαίωμα σύναψης γάμου. Μέσα από εκτενή νομολογία του το Δικαστήριο, έχει κάνει δεκτό ότι η έννοια της οικογενειακής ζωής, όπως αυτή προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης, δεν περιορίζεται μόνο στις οικογένειες που διαμορφώνονται στα πλαίσια του γάμου, αλλά μπορεί να εκτείνεται και σε de facto σχέσεις (Marckx v. Belgium). Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και στην Kroon and others v. The Netherlands, για να θεωρηθεί μια σχέση ως εμπίπτουσα στον ορισμό της «οικογενειακής ζωής» , συνεκτιμούνται στοιχεία όπως η συμβίωση του ζευγαριού, η διάρκεια της σχέσης και η εκδήλωση της αφοσίωσης του ενός προσώπου προς το άλλο με την απόκτηση παιδιών ή με άλλους τρόπους.



24. Τον προηγούμενο μόλις μήνα, το ΕΔΑΔ με αφορμή την προσφυγή αυστριακών πολιτών, των κκ. Schalk και Kopf, στους οποίους οι αρχές της Αυστρίας αρνήθηκαν να χορηγήσουν άδεια γάμου, επειδή επρόκειτο για άτομα του ιδίου φύλου, άρχισε την ακρόαση της υπόθεσης και θα κληθεί να αποφανθεί κατά πόσο η ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα του γάμου μεταξύ ομοφύλων. Η προσφυγή αφορά γάμο με την στενή έννοια και όχι κάποια μορφή καταχωρημένης συμβίωσης. Η υπόθεση εκκρεμεί για περισσότερα από πέντε χρόνια και είχε υποβληθεί όταν η αυστριακή έννομη τάξη δεν παρείχε τη δυνατότητα στα ομόφυλα ζευγάρια να νομιμοποιήσουν τη συμβίωσή τους, κάτι που άλλαξε τον Ιανουάριο αυτού του έτους όταν η Αυστρία προχώρησε στην αναγνώριση του συμφώνου καταχωρημένης συμβίωσης. Στην προσφυγή τους ενώπιον του ΕΔΑΔ, οι δύο Αυστριακοί υποστηρίζουν ότι με την άρνηση χορήγησης άδειας γάμου παραβιάζονται τα άρθρα της ΕΣΔΑ, που αφορούν στο δικαίωμα στον γάμο, την προστασία της περιουσίας και την απαγόρευση διακρίσεων βάσει του σεξουαλικού προσανατολισμού. Πρόκειται πράγματι για μία υπόθεση καθοριστικής σημασίας η οποία αναμένεται να θέσει επί τάπητος το ζήτημα του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου.





25. Από τη μελέτη των σχετικών αποφάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) διαφαίνεται μια επιφύλαξη για αναγνώριση των ομόφυλων συμβιώσεων. Αξίζει εντούτοις να σημειωθεί ότι, σε μια πρόσφατη απόφαση του (Tadao Maruko, C-267/06 ημερομηνίας 1.4.2008), το ΔΕΚ κλήθηκε να αποφανθεί σε προδικαστικό ερώτημα που έθεσε ενώπιον του δικαστήριο του Μονάχου, για το κατά πόσο η σύνταξη επιζώντος θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε συντρόφους καταχωρημένης συμβίωσης. Το Δικαστήριο άγγιξε για πρώτη φορά το θέμα της αναγνώρισης δικαιωμάτων σε ευρωπαίους πολίτες που συνάπτουν σχέσεις με άτομα του ιδίου φύλου. Με την απόφαση αυτή το ΔΕΚ αναγνώρισε ότι η άρνηση καταβολής σύνταξης στον επιζώντα σύντροφο αποβιώσαντος ιδίου φύλου συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, η οποία προσκρούει στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, στην υποθετική περίπτωση που οι επιζώντες σύντροφοι καταχωρημένης συμβίωσης βρίσκονται σε «παρεμφερή κατάσταση», όσον αφορά τη σύνταξη. Εφόσον ένα κράτος-μέλος, διαπιστώσει ότι το καθεστώς ενός ζευγαριού σε ελεύθερη συμβίωση, είναι «παρεμφερής» με αυτή ενός παντρεμένου ζευγαριού οφείλει να τους παρέχει τα ίδια δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.



26. Περαιτέρω, το ΔΕΚ, στην ίδια απόφαση, τόνισε ότι τα κράτη-Μέλη οφείλουν, «ακόμη και σε τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, όπως η οικογενειακή κατάσταση και οι παροχές που εξαρτώνται από αυτήν, να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο, και, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις περί της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων» (§ 59). Η διασταλτική αυτή ερμηνεία του ΔΕΚ στην οδηγία 2000/78/ΕΚ ανοίγει ορίζοντες για πολύπλευρες αλλαγές στα κράτη μέλη της Ένωσης ενώ διευκολύνει σε εθνικό επίπεδο τη «θεσμοθέτηση νέων διατάξεων για την υιοθέτηση μέτρων ισότητας και για τις εναλλακτικές σχέσεις συμβίωσης που απομακρύνονται μεν των παραδοσιακών δομών αλλά εκφράζουν μια σύγχρονη πραγματικότητα που κανένας νόμος δεν μπορεί να αγνοήσει» .





Συγκριτικά στοιχεία



27. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αρκετές έννομες τάξεις αναγνώρισαν θεσμικά τις ομόφυλες συμβιώσεις, είτε με την υπαγωγή τους στο δίκαιο του πολιτικού γάμου (Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία, Σουηδία, Νορβηγία) είτε με την καθιέρωση ενός ενιαίου για τα ομόφυλα και ετερόφυλα ζευγάρια συμφώνου (Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ανδόρα) είτε με την καθιέρωση ενός συμφώνου που αφορά μόνο στην καταχώρηση της συμβίωσης ομοφύλων (Αυστρία, Κροατία, Τσεχία, Δανία, Φινλανδία, Ισλανδία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία). Διαφαίνεται κατά συνέπεια, ότι παρά το γεγονός ότι ούτε το κοινοτικό δίκαιο, ούτε η ΕΣΔΑ, υποχρεώνουν άμεσα τα κράτη να κατοχυρώνουν τις διαρκείς σχέσεις ομοφύλων, στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών έχει γίνει πλέον δεκτό ότι η σεξουαλική ελευθερία, ως ειδικότερη έκφανση της αρχής της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητας των φύλων και της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, αξιώνουν την θεμελίωση του δικαιώματος σε μια αναγνωρισμένη και διασφαλισμένη από την πολιτεία συμβίωση μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, με δικαιώματα και υποχρεώσεις ανάλογα ή ισάξια με αυτά του γάμου.







ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ-ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ





28. Σύμφωνα με τον κλασσικό ορισμό του νομοδιδασκάλου του Ρωμαϊκού Δικαίου, Μοδεστίνου, γάμος είναι «η ένωσις ανδρός και γυναικός και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία». Παρά την αρχική επικράτηση του ορισμού αυτού, τον προηγούμενο αιώνα αφαιρέθηκαν βασικά συστατικά στοιχεία του ως άμεση συνέπεια της κατοχύρωσης θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτό της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αρχής της ισότητας των φύλων. Πλέον, η δια παντός «συγκλήρωσις» του βίου δεν αποτελεί δομικό στοιχείο του γάμου, καθώς επιτράπηκε το διαζύγιο, εξέλιξη που έλαβε χώρα σε άμεσο συσχετισμό με την διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Κατά δεύτερο λόγο, με τη θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου αποσυνδέθηκε ο γάμος από τη θρησκεία και την «ιερότητα» του μυστηρίου, ως συνέπεια του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, σε αρκετές χώρες, η διαφορετικότητα των φύλων έχει παύσει πλέον να θεωρείται συστατικό στοιχείο ενός έγκυρου γάμου.



29. Η έρευνα που διενήργησα με αφορμή τις δύο καταγγελίες που έθεσαν υπόψη μου Κύπριοι πολίτες ανέδειξε το κενό δικαίου που υφίσταται αναφορικά με τη νομική αναγνώριση των συμβιωτικών σχέσεων μεταξύ ατόμων του ίδιου ή διαφορετικού φύλου. Όπως μάλιστα προκύπτει από τη μελέτη του οικείου κανονιστικού πλαισίου, η προοπτική νομικής αναγνώρισης αυτών των σχέσεων δεν συναντά προσκόμματα συνταγματικής υφής, καθώς το σύνταγμα παραπέμπει σε νόμο του κράτους για τη ρύθμιση του θέματος.



30. Στην πράξη, η εισαγωγή ρύθμισης για τη νομική αναγνώριση της ελεύθερης συμβίωσης μεταξύ ατόμων του ιδίου και του αντίθετου φύλου θα συνιστούσε ρεαλιστική ανταπόκριση σε μια υπαρκτή κοινωνική ανάγκη. Δεν παραγνωρίζω ότι στην περίπτωση των ετερόφυλων συντρόφων θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν ευρύτερες συναινέσεις σε σχέση με τις συναινέσεις για ρύθμιση των ομόφυλων συμβιώσεων. Ούτε όμως παραβλέπω την υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων μιας μερίδας των πολιτών, όπως αυτή απορρέει από μια σειρά δεσμευτικών για την Κύπρο νομικών ρυθμίσεων που απαγορεύουν τις διακρίσεις στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού.



31. Ειδικότερα, η νομική αναγνώριση των συμβιώσεων προσώπων του ιδίου φύλου, κρίνεται, υπό τις σημερινές συνθήκες, επιβεβλημένη, στα πλαίσια της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού το υφιστάμενο κενό δικαίου δημιουργεί αναπόφευκτα ανισότητες σε βάρος αυτών των προσώπων οι οποίες είναι ανεπίδεκτες πειστικής αιτιολόγησης. Επιπλέον, η συνέχιση της κατάστασης αυτής και ειδικότερα η νομική παραγνώριση της κοινωνικής αυτής πραγματικότητας, αναπαράγει αρνητικά στερεότυπα και προκαταλήψεις έναντι των προσώπων αυτών.



32. Η εμπειρία μάλιστα του Γραφείου μου δείχνει ότι η ανάληψη ρυθμιστικής δράσης εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων του κράτους θα εξάλειπτε τις διακρίσεις που υφίστανται Κύπριοι πολίτες, αλλά επιπλέον, θα συνιστούσε και ευθυγράμμιση με τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τούτο επειδή, όπως σημείωνεται σε διαδοχικές εκθέσεις μου, το κενό που υφίσταται δεν καθιστά δυνατή την εφαρμογή στην πράξη της αρχής αυτής για τους Ευρωπαίους πολίτες που διαμένουν στην Κύπρου με τους ομόφυλους ή ετερόφυλους συντρόφους τους. Ειδικότερα, ο αποκλεισμός ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής της σχετικής ευρωπαϊκής Οδηγίας , η οποία κατέστη ήδη μέρος της κυπριακής έννομης τάξης, συνιστά άμεση διάκριση Ευρωπαίων πολιτών λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.



33. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή μου για την άμεση ανταπόκριση του Υπουργού Εσωτερικών στο πιο πάνω θέμα, συνεπεία της υποβολής της πρόσφατης σχετικής μου έκθεσης . Ο Υπουργός διαβεβαίωσε ότι η εν λόγω έκθεση θα τύχει της απαραίτητης μελέτης και ότι θα γίνει προσπάθεια να εντοπιστούν σημεία για τα οποία θα μπορούσε να γίνει αλλαγή της πολιτικής του Υπουργείου, με στόχο αυτή να προσαρμοστεί στην κατεύθυνσης της ίσης μεταχείρισης και τον τερματισμό «τυχόν Φυλετικών ή άλλων διακρίσεων».



34. Η αναγκαιότητα νομικής κατοχύρωσης της ελεύθερης συμβίωσης γίνεται πιο επιτακτική, αν αναλογιστεί κανείς ότι στην Κύπρο σήμερα η χωρίς γάμο συμβίωση, ακόμα και μακρόχρονη και σταθερή, δεν συνεπάγεται δικαιώματα ούτε ρυθμίζει περιουσιακές ή άλλες σχέσεις μεταξύ των συντρόφων. Με την έννοια αυτή, η νομική ρύθμιση της ελεύθερης συμβίωσης δεν υποσκάπτει το θεσμό του γάμου ο οποίος συνεχίζει να αποτελεί την επικρατούσα βάση δημιουργίας οικογένειας. Όμως η ρύθμιση αυτή αποτελεί ανταπόκριση σε μία εξελισσόμενη κοινωνική πραγματικότητα και σε πραγματικές ανάγκες ατόμων που είναι ισότιμα μέλη της κοινωνίας μας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις αντίστοιχες νομοθετικές πρόνοιες πολλών ευρωπαϊκών χωρών όσο και από τις επιταγές του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου για εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης.



35. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το δικαίωμα σύναψης γάμου όπως και η έννομη προστασία κάθε άλλης σχέσης που αφορά την ιδιωτική ζωή του ατόμου, άπτεται της αυτονόητης αρχής σεβασμού της ανθρώπινης αξίας και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Η Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίζει τον ίδιο σεβασμό και προστασία σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Η πλήρης παραγνώριση υπαρκτών κοινωνικών μορφωμάτων, όπως η χωρίς γάμο συμβίωση και οι συνέπειες που αυτή παράγει (ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές, φορολογικές, περιουσιακές) στη βάση και μόνο του διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού είναι προφανές ότι παραβιάζει την αρχή της μη διάκρισης. Αποστερεί, εντέλει, από μια μερίδα πολιτών τη δυνατότητα πρακτικής διεκδίκησης δικαιωμάτων.



36. Είναι προφανές ότι η νομοθετική εξουσία είναι η αρμόδια να κρίνει, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας τη μεγάλη ποικιλία θεσμικών ρυθμίσεων που έχουν υιοθετήσει άλλες χώρες. Θεωρώ, όμως, ότι ένα τέτοιο βήμα δεν θα θέσει σε κίνδυνο ούτε την κλασσική έννοια του γάμου ούτε την παραδοσιακή μορφή της οικογένειας ούτε και θα μεταβάλει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τους. Eν πάση περιπτώσει, η καθόλα θεμιτή προστασία του γάμου και της οικογένειας δεν μπορούν να επιτευχθούν με παραγνώριση των υπαρκτών στην κοινωνία ελεύθερων συμβιώσεων ή την άρνηση ανάληψης ρυθμιστικής δράσης, ή ακόμα με πρακτικές υποβάθμισης των συμβιωτικών σχέσεων. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από την παρούσα έκθεση, η προοδευτική αναγνώριση δικαιωμάτων των μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και των σεξουαλικών, είναι διαπιστωμένο χαρακτηριστικό γνώρισμα πολλών σύγχρονων δημοκρατικών κρατών στις οποίες οι έννοιες των ηθών αναπροσαρμόζονται διαρκώς και διαμορφώνονται στη βάση των κοινωνικών διεργασιών, ενώ η σχέση δικαίου και κοινωνίας χαρακτηρίζεται από δυναμική αλληλεπίδραση.





37. Σύμφωνα με τον περί Καταπολεμήσεως των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμο (Ν. 42 (Ι) /2004) ανατίθεται στον Επίτροπο Διοικήσεως η γενική αρμοδιότητα της καταπολέμησης και εξάλειψης των διακρίσεων. Το άρθρο 6 του νόμου αυτού καθορίζει ως απαγορευμένη με νόμο διάκριση κάθε μεταχείριση ή συμπεριφορά που συνιστά άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού. Υποβάλλω συνεπώς την παρούσα έκθεση στον Υπουργό Εσωτερικών και στον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων ώστε να μελετηθεί το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις μου.


Ηλιάνα Νικολάου

Επίτροπος Διοικήσεως (Αρχή κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων)

31 Μαρτίου 2010